Αγιος Τρύφων ὁ Μάρτυρας ( 1 Φεβρουαρίου )

Ο ‘Αγιος Τρύφων καταγόταν ἀπό τή Λάμψακο τῆς ἐπαρχίας Φρυγίας καί ἔζησε στά χρόνια τῶν αὐτοκρατόρων Γορδιανοῦ Γ’ (238 – 244 μ.Χ.), Φιλίππου (244 – 249 μ.Χ.) καί Δεκίου (249 – 251 μ.Χ.). Προερχόταν ἀπό πτωχή οἰκογένεια καί στήν παιδική του ἡλικία, ἔβοσκε χῆνες γιά νά ζήσει. Συγχρόνως ὅμως μελετοῦσε μέ ζῆλο τήν Ἁγία Γραφή καί ἦταν πολύ φιλακόλουθος. Ἔτσι, σιγά – σιγά ὁ Ἅγιος, μέ τήν εὐσεβή φιλομάθειά του, κατόρθωσε ὄχι μόνο νά διδαχθεῖ ὁ ἴδιος, ἀλλά καί νά διδάσκει τίς αἰώνιες ἀλήθειες τῆς πίστεώς μας. Γρήγορα ἡ εὐσεβής ψυχή του δέχθηκε τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ὁ Θεός τόν ἀξίωσε νά θαυματουργεῖ. Ὅμως ὁ Ἅγιος θεράπευε ὄχι μόνο κάθε ἀσθένεια ἀλλά καί ἐλευθέρωνε τίς μολυσμένες ἀπό τά δαιμόνια ψυχές.
Ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Γορδιανός πληροφορήθηκε γιά τίς θαυματουργικές ἱκανότητες τοῦ Τρύφωνος, τόν ἀναζήτησε γιά νά θεραπεύσει τήν ἄρρωστη θυγατέρα του πού ἔπασχε ἀπό δαιμόνιο. Οἱ στρατιῶτες τόν βρῆκαν στήν κωμόπολη τῆς Σαμψάκου νά φροντίζει τίς χῆνες στήν παρακείμενη λίμνη καί ἀμέσως τόν πῆραν μαζί τους. Τό μαρτύριο τοῦ Ἁγίου ἀναφέρει ὅτι μόλις ὁ Ἅγιος πλησίαζε στήν Ρώμη τό δαιμόνιο πού εἶχε ἡ θυγατέρα τοῦ Γορδιανοῦ, κραύγαζε ὅτι δέν μπορεῖ πιά νά κατοικεῖ μέσα της. Οἱ ἔπαρχοι Πομπιανός καί Πρετεξτάτος τόν ὁδήγησαν ἐνώπιον τοῦ αὐτοκράτορα καί ἐκεῖνος παρακάλεσε τόν Ἅγιο γιά τή θεραπεία τῆς θυγατέρας του. Καί πράγματι, μέ τήν προσευχή τοῦ Ἁγίου, ἡ θυγατέρα τοῦ ἡγεμόνος ἀπηλλάγη ἀπό τό δαιμόνιο. Ὁ Ἅγιος μετά ἀπό ἕξι ἡμέρες προσευχῆς ἀποκάλυψε τά κακά ἔργα τοῦ διαβόλου καί πολλοί ἀπό τούς Ἕλληνες πού ἤσαν παρόντες δόξασαν τόν Θεό καί πίστεψαν σέ Αὐτόν.

Ὁ αὐτοκράτορας προσπάθησε νά ἐκφράσει τήν εὐγνωμοσύνη του, προσφέροντας στόν Ἅγιο ἀξιώματα καί χρήματα, τά ὁποῖα ὅμως ὁ Τρύφων εὐγενικά ἀρνήθηκε.
Ὅταν αὐτοκράτορας ἔγινε ὁ Δέκιος, ἐξαπέλυσε ἄγριο διωγμό κατά τῶν Χριστιανῶν. Ὁ Ἅγιος, ἐπειδή δέν λάτρευε τούς θεούς τῆς εἰδωλολατρικῆς θρησκείας καί ἦταν Χριστιανός, συνελήφθη ἀπό κάποιον στρατιωτικό πού ὀνομαζόταν Φρόντων (ἢ Φόρτων) καί ὁδηγήθηκε ἐνώπιον τῶν ἐπάρχων τῆς Ἀνατολῆς, Τιβέριου Γράγχου καί Κλαυδίου Ἀκυλίνου στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Ὁ μάντης Πομπηϊανός τόν παρουσίασε στούς ἡγεμόνες. Ὁ Ἅγιος Τρύφων ὁμολόγησε μέ θάρρος τήν πίστη του. Τότε ὑποβλήθηκε σέ φρικτά βασανιστήρια. Τοῦ κατατρύπησαν μέ σπαθιά ὅλο του τό σῶμα, ἔπειτα τόν ἔδεσαν ἀπό τά πόδια σέ ἄλογα καί τόν ἔσυραν, σέ ὧρες φοβεροῦ ψύχους, σέ δύσβατες καί πετρώδεις τοποθεσίες. Ἐκεῖνος προσευχόταν καί ἔλεγε: «Κύριε, μήν τούς καταλογίσεις αὐτή τήν ἁμαρτία». Μετά τό φρικτό μαρτύριο τόν ρώτησαν ἂν σωφρονίσθηκε καί ἤθελε νά θυσιάσει στά εἴδωλα. Ὁ Μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ ἀπάντησε τότε στόν ἔπαρχο Ἀκυλίνο: «Ἀνόσιε καί κακῶν ἀρχηγέ, εἶναι δυνατόν νά εἶσαι σωφρονισμένος, ὅταν εἶσαι μεθυσμένος ἀπό τόν διάβολο; Ἐγώ πάντοτε περνάω τόν βίο μου μέ σωφροσύνη, γιατί ἔχω τόν Χριστό βοηθό τῆς ἐλπίδας μου». Ὕστερα ἀπό αὐτό τόν ἔκλεισαν στό δεσμωτήριο μέ σκοπό νά τοῦ δώσουν διορία, γιά νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τήν «ἄνοια» αὐτοῦ καί νά ἀρνηθεῖ τήν πίστη του στόν Χριστό. Λίγες ἡμέρες μετά ὁ ἔπαρχος κάλεσε τόν Ἅγιο καί τόν ρώτησε ἐάν τό διάστημα τοῦ χρόνου καί τά βασανιστήρια τόν ἔπεισαν νά θυσιάσει στούς θεούς. Ὁ Ἅγιος καί πάλι ὁμολόγησε μέ πνευματική ἀνδρεία τό Ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Τόν ἔσυραν τότε γυμνό πάνω σέ σιδερένια καρφιά, κατόπιν τόν μαστίγωσαν καί στή συνέχεια τοῦ ἔκαψαν μέ λαμπάδες τά πλευρά. Στό τέλος, μόλις ὁ Μάρτυρας παρέδωσε τήν ψυχή του στόν Θεό λέγοντας τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, δέξαι τό πνεῦμα μου», ἀπέκοψαν τήν τίμια κεφαλή αὐτοῦ.
Οἱ Χριστιανοί παρέλαβαν τό τίμιο λείψανο τοῦ Μάρτυρος καί ἀφοῦ τό ἔχρισαν μέ πολύτιμα μύρα καί τό τύλιξαν σέ σινδόνα, τό κατέθεσαν σέ λάρνακα καί τό ἀπέστειλαν στήν πόλη τῆς Σαμψάκου κατά τήν ἐπιθυμία του.
Ἡ Σύναξη τοῦ Ἁγίου Μάρτυρος Τρύφωνος ἐτελεῖτο στό Μαρτύριό του, τό ὁποῖο βρισκόταν μέσα στό σεπτό Ἀποστολεῖο τοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, πλησίον τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας.
Ναό ἀφιερωμένο στόν Ἅγιο Τρύφωνα ἔκτισε ὁ μέγας Ἰουστινιανός (527 – 565 μ.Χ.) στήν τοποθεσία τοῦ Πελαργοῦ Κωνσταντινουπόλεως. Μονή τοῦ Ἁγίου Τρύφωνος ἀναφέρεται καί μετά τά μέσα τοῦ 9ου αἰῶνος μ.Χ., παρακείμενη στή Μητρόπολη Χαλκηδόνος, στήν ὁποία ἐκάρη μοναχός ὁ μετέπειτα Πατριάρχης Νικόλαος ὁ Μυστικός (901 – 907, 912 – 925 μ.Χ.).

Πηγή: http://www.synaxarion.gr/gr/index.aspx

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.
Τρυφήν τήν ἀκήρατον, ἰχνηλατῶν ἐκ παιδός, βασάνους ὑπήνεγκας, ὑπέρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, καί ἤθλησας ἄριστα· ὅθεν τήν τῶν θαυμάτων, κομισάμενος χάριν, λύτρωσαι πάσης βλάβης, καί παντοίας ἀνάγκης, Τρύφων Μεγαλομάρτυς, τούς σέ μακαρίζοντας.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’.
Ὁ Μάρτυς σου Κύριε ἐν τῇ ἀθλήσει αὐτοῦ, τό στέφος ἐκομίσατο τῆς ἀφθαρσίας, ἐκ σοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ἔχων γάρ τήν ἰσχύν σου, τούς τυράννους καθεῖλεν, ἔθραυσε καί δαιμόνων, τά ἀνίσχυρα θράση. Αὐτοῦ ταῖς ἰκεσίαις Χριστέ ὁ Θεός, σῶσον τάς ψυχάς ἡμῶν.

Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχάς τῆς φύσεως.
Τριαδικῇ στερρότητι, πολυθεΐαν ἔλυσας, ἐκ τῶν περάτων ἀοίδιμε τίμιος, ἐν Κυρίῳ γενόμενος· καί νικήσας τυράννους ἐν Χριστῷ, τῷ Σωτήρι, τό στέφος εἴληφας τῆς μαρτυρίας σου, καί χαρίσματα θείων ἰάσεων, ὡς ἀήττητος.

Μεγαλυνάριον.
Ἴχνεσι ἑπόμενος ἀκλινῶς, Τρύφων Ἀθλοφόρε, τοῦ γνωσθέντος ἐπί τῆς γῆς, τῶν αὐτοῦ χαρίτων, δοχεῖον ἀνεδείχθης, καί ἱεροῖς ἀγῶσι Μάρτυς διέπρεψας.

trifon