Θυμίαμα – Το Βιβλίο του Ιώβ / Ιερά Μητρόπολις Γόρτυνος & Μεγαλοπόλεως

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΙΩΒ (2)

  1. Στό προηγούμενο κήρυγμά μας, ἀδελφοί χριστιανοί, σᾶς μίλησα γενικά γιά τό βιβλίο τοῦ Ἰώβ. Εἴπαμε ὅτι ὁ Ἰώβ ἦταν δίκαιος καί πλούσιος ἄνθρωπος ἀπό τήν Αὐσίτιδα χώρα, ἀλλά, κατά παραχώρηση Θεοῦ, κτυπήθηκε μέ ἀλλεπάλληλες συμφορές ἀπό τόν Σατανᾶ. Στήν ὀδυνηρή κατάστασή του τόν ἐπισκέφθηκαν τρεῖς φίλοι του, οἱ ὁποῖοι ὅμως τόν πόνεσαν, γιατί τοῦ εἶπαν ὅτι τά παθήματά του προέρχονται ἀπό ἁμαρτίες του. Ἀλλά ὁ Ἰώβ ὑπεραμύνεται τήν ἀθωότητά του καί διαμαρτύρεται καί ἐπιμένει ὅτι δοκιμάζεται ἀδίκως. Δέν μπορεῖ νά ἑρμηνεύσει τό μυστήριο, πῶς ὁ Θεός τιμωρεῖ τόν δίκαιο. Ἀλλά ἕνα νέο πρόσωπο ὁ Ἐλιούς, δίνει μιά ἄλλη ἑρμηνεία στό πρόβλημα. Κατ᾽ αὐτόν ὅλα ἑρμηνεύονται ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ: Μέ τήν ἀγάπη του ὁ Θεός ἐπιτρέπει δεινοπαθήματα στόν ἁμαρτωλό γιά νά ἐξιλεωθεῖ, ἀλλά καί ἀπό ἀγάπη πάλι ἐπιτρέπει καί παθήματα στόν δίκαιο καί τόν ἐνάρετο, γιά νά ἀναδειχθεῖ περισσότερο ἡ ἀρετή του. Τέτοια εἶναι καί ἡ περίπτωση τοῦ Ἰώβ. Καί ἐπιβεβαιώνοντας ὁ Θεός τήν ἀρετή τοῦ Ἰώβ, τοῦ χαρίζει πάλι τήν ὑγεία του καί τήν εὐτυχία του, περισσότερη ἀπό τήν πρώτη. Αὐτά λέγαμε γενικά στό προηγούμενο κήρυγμά μας, ἀδελφοί χριστιανοί.
  2. Στό σημερινό μου κήρυγμα θά μιλήσω πάλι γιά τό βιβλίο τοῦ Ἰώβ, ἀλλά σχετικά μέ τό κύριο θέμα του. Καί τό κύριο θέμα τοῦ βιβλίου εἶναι τό πρόβλημα τῆς θεοδικίας. Πῶς, δηλαδή, λέγουμε ὅτι εἶναι δίκαιος ὁ Θεός, ἀφοῦ γύρω μας βλέπουμε νά δυστυχοῦν οἱ καλοί καί εὐσεβεῖς ἄνθρωποι καί νά εὐτυχοῦν οἱ κακοί καί οἱ ἀσεβεῖς; Τό πρόβλημα αὐτό, ἀγαπητοί μου, ταράσσει τήν Παλαιά Διαθήκη, χωρίς τελικά νά λύνεται σ᾽ αὐτήν. Ἡ λύση του εἶναι στήν Καινή Διαθήκη. Ἀκοῦστε: Ἡ Παλαιά Διαθήκη μέχρι τήν ἐποχή τοῦ προφήτου Ἠσαΐου (8ος αἰών) καί ἔπειτα δέν εἶχε ἀναπτύξει μέ σαφήνεια τήν πίστη στήν ζωή μετά τόν θάνατο. Καί δέν τήν εἶχε ἀναπτύξει λόγω τοῦ πολέμου της κατά τῆς νεκρομαντείας τῶν Χαναναίων, μεταξύ τῶν ὁποίων ζοῦσαν οἱ Ἰσραηλῖτες. Ἀφοῦ, λοιπόν, στά πρῶτα χρόνια της ἡ Παλαιά Διαθήκη δέν εἶχε ἀναπτύξει μεταθανάτια διδασκαλία, τόνισε τήν παρούσα ζωή. Ἡ ἀμοιβή τῶν καλῶν γιά τήν ἀρετή τους καί ἡ τιμωρία τῶν κακῶν γιά τήν κακία τους θά γίνει στήν παρούσα ζωή. Ἡ Παλαιά Διαθήκη ἔχει πράγματι ἐγκόσμιο χαρακτήρα. Ἡ ἀμοιβή γιά τήν ἀρετή τῶν εὐσεβῶν θά εἶναι ἡ ἀπόλαυση τῶν ἐπιγείων ἀγαθῶν· καί ἡ τιμωρία γιά τήν ἀμαρτία τῶν ἀσεβῶν θά εἶναι ἡ στέρηση τῶν ἀγαθῶν αὐτῶν. Ἀλλά στήν παρούσα ζωή δέν βλέπουμε νά παρατηρεῖται σέ γενική κλίμακα αὐτό. Ἀντίθετα βλέπουμε νά δυστυχοῦν οἱ εὐσεβεῖς καί νά εὐτυχοῦν οἱ ἀσεβεῖς. Ἔτσι ἀρχίζει τό πρόβλημα τῆς θεοδικίας. Ἀπό τούς συγγραφεῖς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης γίνεται μεγάλη προσπάθεια γιά τήν λύση του χωρίς, ἐπαναλαμβάνω, νά δίνεται μία ἱκανοποιητική λύση. Καί τό βιβλίο τοῦ Ἰώβ πού μελετᾶμε εἶναι ἀφιερωμένο στό θέμα τῆς θεοδικίας. Προσωπικά, ὡς καλύτερο λόγο στήν Παλαιά Διαθήκη γιά τό πρόβλημα τῆς θεοδικίας θεωρῶ τόν λόγο τοῦ προφήτου Ἀββακούμ, πού λέγει: «Ὁ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται» (Ἀβ. 2,4)! Ὁ εὐσεβής ἄνθρωπος, δηλαδή, πρέπει νά εἶναι στερεωμένος στήν πίστη του ὅτι ὁ Θεός εἶναι δίκαιος καί δέν πρέπει καθόλου νά κλονίζεται σ᾽ αὐτή τήν πίστη. Τό πρόβλημα τῆς θεοδικίας δημιουργήθηκε μέ τήν σύνδεση τῆς ἀρετῆς καί τῆς κακίας πρός τά ὑλικά ἀγαθά. Ἄν εἶσαι ἐνάρετος θά τά ἀπολαύσεις καί ἄν εἶσαι ἁμαρτωλός θά τά στερηθεῖς. Αὐτό ὅμως, ἀγαπητοί μου, δέν εἶναι σωστό. Ἀγαπᾶμε τόν Θεό μας ὄχι γιά νά καλοπεράσουμε, ἀλλά γιατί ἡ ἀγάπη Του μᾶς εὐφραίνει τήν ψυχή καί δίνει νόημα στήν ζωή μας. Καί θά ἀγαπᾶμε τόν Θεό ἔστω καί ἄν γίνουμε πάμπτωχοι ἤ ἀκόμα καί ἄν μᾶς κλείσουν σ᾽ ἕνα μπουντρούμι. Ἄς μή συνδέουμε, λοιπόν, τήν εὐσέβεια μέ τά ὑλικά ἀγαθά καί τήν ἀσέβεια μέ τήν δυστυχία, γιατί αὐτός ὁ σύνδεσμος δημιουργεῖ, ξαναλέμε, τό πρόβλημα τῆς θεοδικίας. Τόν σύνδεσμο αὐτό τόν καταργεῖ ἡ Καινή Διαθήκη. Τά πνευματικά πρέπει νά συνδέονται μέ τά πνευματικά. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέγει: «Πνευματικοῖς πνευματικά συγκρίνοντες» (Α´ Κορ. 2,13).
  3. Στήν συνέχεια, ἀδελφοί, θέλω νά παραθέσω δύο ὡραῖα χωρία ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἰώβ, τά ὁποῖα θά ἑρμηνεύσω χριστολογικά: (α) Σέ μιά στιγμή τοῦ πονεμένου λόγου του ὁ Ἰώβ λέγει λαχταριστά: «Εἴθε νά ἤξερα ποῦ νά Τόν βρῶ» (23,3)! Τό κείμενο τῶν Ο´ λέγει: «Τίς ἄρα γνοίη ὅτι εὕροιμι αὐτόν καί ἔλθοιμι εἰς τέλος;»! Αὐτός ὁ λόγος τοῦ Ἰώβ ἐκφράζει τόν πόθο ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Ὅλη ἡ Παλαιά Διαθήκη ζητᾶ τόν Μεσσία, τόν Χριστό. Ψάχνει νά Τόν βρεῖ. Καί στήν ἀναζήτηση αὐτή τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπαντᾶ ἡ Καινή Διαθήκη λέγοντας: «Εὑρήκαμεν» (Ἰωάν. 1,46)!

(β) Ἀλλά πιό συγκεκριμένα τόν Μεσσία Χριστό τόν γευόμεθα μέ τήν θεία Κοινωνία τῆς ἁγίας Του σαρκός. Ἕνα λόγο, λοιπόν, στό βιβλίο τοῦ Ἰώβ τόν ἑρμήνευσαν ὡς πόθο γιά τήν θεία Κοινωνία πού γευόμαστε ἐμεῖς στήν Καινή Διαθήκη. Εἶναι ὁ λόγος: «Ποιός θά μοῦ δώσει τήν σάρκα Του νά τήν φάγω;» «Τίς ἄν δῴη ἡμῖν τῶν σαρκῶν αὐτοῦ ἐμπλησθῆναι;» (Ἰώβ 31,31). Μέ αὐτή τήν ἑρμηνεία ὁ λόγος αὐτός εἶναι προφητικός. Προφητεύει ὅτι ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ θά σαρκωθεῖ καί θά μᾶς καλεῖ νά φάγουμε τό Σῶμά Του καί νά πίουμε τό Αἷμά Του!

  1. Τό βιβλίο τοῦ Ἰώβ, ἀδελφοί χριστιανοί, εἶναι ὑπέροχο. Εἶναι ἕνα ἀπό τά μεγαλοφυέστατα ἀριστουργήματα τῆς παγκοσμίου λογοτεχνίας. Ἡ καλύτερη δέ τιμή σ᾽ αὐτό εἶναι τό νά τό διαβάζουμε. Ἡ Ἐκκλησία μας πολύ τιμᾶ τό βιβλίο. Τήν Μ. Ἑβδομάδα ἔχουμε πολλά ἀναγνώσματα ἀπ᾽ αὐτό, γιατί τά δεινοπαθήματα τοῦ Ἰώβ προτυπώνουν τά πάθη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί ἡ θεία Λειτουργία τελειώνει μέ τόν λόγο τοῦ Ἰώβ, «Εἴη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον» (1,21)!

 

Μέ πολλές εὐχές

† Ὁ Μητροπολίτης Γόρτυνος καί Μεγαλοπόλεως Ἰερεμίας